Ο χειλικός συγχρονισμός καθιερώθηκε στον κινηματογράφο κατά τη δεκαετία του 1930, όταν η μετάβαση από τον βωβό στον ομιλούντα κινηματογράφο και η τεχνική της προηχογράφησης [playback] επέτρεψαν τον διαχωρισμό της ηχητικής από την οπτική εγγραφή. Οι ερμηνευτές και οι ερμηνεύτριες κινούσαν τα χείλη τους σε συγχρονισμό με ήχο ηχογραφημένο χωριστά, πρακτική που έλυνε τεχνικά προβλήματα λήψης και εξασφάλιζε καλύτερο έλεγχο του αποτελέσματος. Πρόδρομος της μεθόδου υπήρξαν οι phonoscènes του Léon Gaumont [Λεόν Γκωμόν], μικρές ταινίες τραγουδιών και σκετς όπου οι ερμηνεύτριες και οι ερμηνευτές ακολουθούσαν μπροστά στην κάμερα τον ήχο ενός φωνογράφου τοποθετημένου εκτός κάδρου, από το 1902 έως το 1917. Η ταινία Singin' in the Rain [Τραγουδώντας στη βροχή] (1952) θεματοποίησε την ίδια την τεχνική, καθώς η πλοκή της περιστρέφεται γύρω από τη μεταγλώττιση της φωνής μιας ηθοποιού κατά τη μετάβαση στον ομιλούντα κινηματογράφο.
Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 η τεχνική συνδέθηκε στενά με το κινηματογραφικό μιούζικαλ μέσω του λεγόμενου «κρυπτοτραγουδίσματος» [ghost singing]. Εξειδικευμένες τραγουδίστριες, με χαρακτηριστικότερη την Marni Nixon [Μάρνι Νίξον], δάνειζαν τη φωνή τους σε διάσημες ηθοποιούς που εμφανίζονταν στην οθόνη· η Nixon απέδωσε φωνητικά την Deborah Kerr [Ντέμπορα Κερ] στο The King and I [Ο βασιλιάς κι εγώ], τη Natalie Wood [Ναταλί Γουντ] στο West Side Story και την Audrey Hepburn [[Ωντρεϋ Χέπμπορν] στο My Fair Lady [Ωραία μου κυρία]. Έτσι οι ηθοποιοί επικεντρώνονταν στην υποκριτική και σκηνική τους παρουσία, ενώ η φωνητική απόδοση ανατίθετο σε επαγγελματίες του τραγουδιού.
Στην κινηματογραφημένη όπερα και τη βιντεο-όπερα ο χειλικός συγχρονισμός αποτελεί τον κανόνα: η μουσική ηχογραφείται εκ των προτέρων σε στούντιο και οι ερμηνευτές και οι ερμηνεύτριες συγχρονίζονται με τη δική τους φωνή μπροστά στην κάμερα, όπως στην Traviata (1982) και στον Otello [Οθέλλος] (1986) του Franco Zeffirelli [Φράνκο Τζεφφιρέλλι] και στην Carmen του Rosi, ταινίες που παραμένουν χειλικά συγχρονισμένες. Ακραία περίπτωση συνιστά το Farinelli (1994) του Gérard Corbiau [Ζεράρ Κορμπιώ]: ο Stefano Dionisi [Στέφανο Ντιονίζι] απέδωσε τον ομιλούντα λόγο, ενώ η τραγουδιστική φωνή προήλθε από την υψίφωνο Ewa Małas-Godlewska [Έβα Μάουας-Γκοντλέφσκα] και τον κόντρα-τενόρο Derek Lee Ragin [Ντέρεκ Λη Ρέηγκιν], που ηχογραφήθηκαν χωριστά και συγχωνεύθηκαν ψηφιακά για την ανασύσταση της φωνής του καστράτου.
Στη μουσική βιομηχανία, ο χειλικός συγχρονισμός αποτέλεσε αντικείμενο έντονης συζήτησης γύρω από την αυθεντικότητα της ζωντανής εκτέλεσης, με χαρακτηριστικές δύο περιπτώσεις που συνδέονται με τον ίδιο Γερμανό παραγωγό, τον Frank Farian [Φρανκ Φάριαν]. Στο σχήμα Boney M., το ανδρικό, σκηνικό «πρόσωπο» του συγκροτήματος, ο Bobby Farrell [Μπόμπυ Φάρρελ], δεν τραγουδούσε στις ηχογραφήσεις αλλά έκανε χειλικό συγχρονισμό επί σκηνής σε φωνή του ίδιου του Farian, ενώ τα γυναικεία φωνητικά, με βασική ερμηνεύτρια τη Liz Mitchell [Λιζ Μίτσελ], ήταν αυθεντικά. Πληρέστερη μορφή έλαβε το ζήτημα με το ντουέτο Milli Vanilli [Μίλλι Βανίλλι], επίσης δημιούργημα του Farian, όταν το 1990 αποκαλύφθηκε ότι οι εμφανιζόμενοι δεν τραγουδούσαν καθόλου οι ίδιοι αλλά βασίζονταν εξ ολοκλήρου σε φωνές τρίτων, γεγονός που οδήγησε στην αφαίρεση του βραβείου Grammy και ανέδειξε τη δυνατότητα καταχρηστικής χρήσης της τεχνικής προς εξαπάτηση του κοινού.
Στη σύγχρονη εποχή ο χειλικός συγχρονισμός εξελίχθηκε σε αυτόνομη μορφή δημιουργικής έκφρασης, ιδίως στην ντραγκ κουλτούρα. Στην τηλεοπτική σειρά RuPaul's Drag Race, και στα ντραγκ σόου γενικότερα, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της επιτέλεσης, συνδυάζοντας χιούμορ, συναισθηματική ένταση και σκηνική δεξιοτεχνία. Τηλεοπτικές εκπομπές όπως το Lip Sync Battle και ψηφιακές πλατφόρμες όπως το TikTok εδραίωσαν την τεχνική ως δημοφιλή, παιγνιώδη μορφή παράστασης.
Στο θέατρο, ο χειλικός συγχρονισμός αξιοποιήθηκε ως δραματουργικό εργαλείο. Η ομάδα The Wooster Group [Γούστερ Γκρουπ] ενσωμάτωσε προηχογραφημένους διαλόγους συγχρονισμένους με την κίνηση των ηθοποιών, δημιουργώντας αποστασιοποιημένη, πολυεπίπεδη αφήγηση, ενώ ο Καναδός σκηνοθέτης και συγγραφέας Robert Lepage [Ρομπέρ Λεπάζ] συνδύασε συγχρονισμένες φωνές με πολυμέσα σε έργα όπως Les aiguilles et l'opium [Βελόνες και όπιο] (1991) και κυρίως στο Lipsynch (2007), παράσταση που εκκινεί από την εξέταση της ανθρώπινης φωνής, την οποία ο ίδιος αποκάλεσε DNA της ψυχής, σε αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ισπανικά με αγγλικούς υπέρτιτλους· η μεταγλώττιση, το στούντιο και η απώλεια της φωνής συγκροτούν εκεί την ίδια την πλοκή, καθώς μια ηρωίδα προσλαμβάνει χειλεοαναγνώστη για να αποκαταστήσει τα λόγια του πατέρα της σε βωβές οικογενειακές ταινίες και έπειτα ηθοποιό φωνής για να τον μεταγλωττίσει. Η Ariane Mnouchkine [Αριάν Μνουσκίν] συστηματοποίησε την τεχνική στο Ici sont les dragons [Εδώ έχει δράκους] (2024, 2026), όπου τα ιστορικά πρόσωπα, μέσω χειλικού συγχρονισμού, μιλούν στις γλώσσες τους και η παράσταση υπερτιτλίζεται στα γαλλικά.
Η τεχνική βρίσκει εφαρμογή και στο εφαρμοσμένο και συμμετοχικό θέατρο, στη δραματοθεραπεία και στο σχολικό θέατρο, ενισχύοντας την έκφραση και τη συμμετοχή, ενώ στην κινούμενη εικόνα [animation] περιγράφει τον συγχρονισμό των κινήσεων του στόματος των χαρακτήρων με την ηχογραφημένη φωνή.
Στην Ελλάδα ο χειλικός συγχρονισμός έχει ενσωματωθεί σε σκηνές και φεστιβάλ ντραγκ της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, καθώς και σε θεατρικές παραστάσεις όπου τα τραγούδια προηχογραφούνται ώστε οι ηθοποιοί να επικεντρώνονται στη σκηνική ερμηνεία. Η ανάπτυξη ψηφιακών εργαλείων και τεχνητής νοημοσύνης καθιστά τον συγχρονισμό ολοένα ακριβέστερο και φυσικότερο, ανοίγοντας νέους δρόμους στην ψηφιακή παράσταση και αλληλεπίδραση.